καταυλισμός

ό
1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού καταυλίζομαι*, πρόχειρη στάθμευση, προσωρινή στρατοπέδευση
2. ο τόπος όπου στρατοπεδεύει πρόχειρα ή διανυκτερεύει ένα στρατιωτικό τμήμα ή άλλη ομάδα ανθρώπων ή ο άμαχος πληθυσμός
3. η παραμονή σε αντίσκηνα, κατασκήνωση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < καταυλίζομαι. Η λ. μαρτυρείται από το 1844 στην εφημερίδα Αιών].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • καταυλισμός — [катавлизмос] ουσ. а лагерь, постой …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • καταυλισμός — ο η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καταυλίζομαι, κατασκήνωση: Στη σχολή εφέδρων αξιωματικών κάναμε δέκα πέντε μέρες καταυλισμό κάτω από σκηνές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άπλικτον — ἄπλικτον (Μ), ἀπλίκιτον κ. ἄπληκτον (Α) στρατόπεδο, καταυλισμός …   Dictionary of Greek

  • απλίκιν — ἀπλίκιν, το (Μ) [απλικεύω] στρατόπεδο, καταυλισμός, κατοικία …   Dictionary of Greek

  • γρέκι — και γραίκι και γκρέκι, το 1. πρόχειρο περίφραγμα από θάμνους και κλάδους όπου σταυλίζονται τα αιγοπρόβατα 2. καταυλισμός ανθρώπων 3. κατοικία. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. eğrek «χαντάκι»] …   Dictionary of Greek

  • εναύλισμα — το (AM ἐναύλισμα) κατοικία, διαμονή, κατασκήνωση, καταυλισμός, τόπος καταυλισμού, διανυκτέρευση, στάθμευση αρχ. (κατά τον Ησύχ.) «νεωστὶ γενόμενόν τι οἴκημα» …   Dictionary of Greek

  • θυραυλία — θυραυλία, ἡ (Α) [θύραυλος] 1. (για στρατιώτες ή για άγρια ζώα) η παραμονή έξω, ο καταυλισμός στο ύπαιθρο 2. (για εραστές) η αναμονή μπροστά στην πόρτα …   Dictionary of Greek

  • κατ(α)- — α συνθετικό πολλών συνθέτων τής Ελληνικής, προερχόμενο από την πρόθεση κατά. Απαντά και με τη μορφή καθόταν το φωνήεν που ακολουθεί δασύνεται (καθ ημερινός, κάθ ιδρος) καθώς και με τη μορφή καται σε ελάχιστα σύνθετα τής Αρχαίας Ελληνικής (καται… …   Dictionary of Greek

  • κοίτη — Το κοίλο μέρος του εδάφους που κατέχεται από τα νερά ενός χειμάρρου, ενός ποταμού ή μιας λίμνης. Απαρτίζεται από τον πυθμένα και δύο όχθες, οι οποίες μπορεί να αποτελούν προϊόν φυσικής διεργασίας ή να έχουν σχηματιστεί με τεχνητά αναχώματα.… …   Dictionary of Greek

  • μάντρα — και μάνδρα, η (AM μάνδρα, Μ και μάντρα) 1. περιφραγμένος τόπος, ιδίως για σταβλισμό τών ζώων, στάνη, μαντρί, ποιμνιοστάσιο 2. η κοιλότητα τού δαχτυλιδιού στην οποία προσαρμόζεται ο δακτυλιόλιθος 3. (στον τ. μάνδρα) μοναστήρι, μονή νεοελλ. 1.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.